Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή

και τη λειτουργία των νευροδιαβιβαστών σεροτονίνης και νοραδρεναλίνης  χημικών μεταβιβαστών του κεντρικού Νευρικού Συστήματος που ευθύνεται για την επεξεργασία πληροφοριών που σχετίζονται με τη συναισθηματική σφαίρα, τη μνήμη και τη συμπεριφορά.

Πέρα από τους βιολογικούς παράγοντες  και την υπερβολική αντίδραση του Αυτόνομου Νευρικού Συστήματος και άλλων κέντρων του εγκεφάλου,  η γενικευμένη αγχώδης διαταραχή στοιχειοθετείται τόσο ιδιοσυγκρασιακά, από το γενετικό υπόβαθρο του ατόμου, τα βιώματά του, τη διαδικασία μάθησης μέσω της κοινωνίας, της οικογένειας ή της θρησκείας και της κουλτούρας.

Η διαφοροδιάγνωση είναι επίσης μια σημαντική παράμετρος στην ΓΑΔ, έτσι τόσο στις περιόδους των εξάρσεων όσο και εκτός αυτών, συνήθως συνυπάρχει σημαντικός βαθμός καταθλιπτικής συμπτωματολογίας.  Είναι πολύ φυσικό βιώνοντας άγχος και θλίψη συνεχώς, το άτομο συρρικνώνεται, αποφεύγει ακόμα και τα απλά καθημερινά, με αποτέλεσμα με τη μείωση της λειτουργικότητας να βιώνει συναισθήματα κατωτερότητας και χαμηλής αυτοεκτίμησης. Έτσι το  70% των ασθενών , διαγνώσκονται παράλληλα και με κατάθλιψη,  ενώ το 50%  έχουν παρουσιάσει ένα τουλάχιστον μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο κατά τη διάρκεια της ζωής τους.

Τέλος η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή είναι μια αρκετά συνηθισμένη διαταραχή που παρατηρείται να επηρεάζει για κάποια περίοδο της ζωής τους περίπου το 5% και σχεδόν σε όλη τη ζωή τους το 3% του συνολικού πληθυσμού.  Το 61% των ατόμων με ΓΑΔ είναι γυναίκες ενώ  τα συμπτώματα εκδηλώνονται  συνήθως στη διάρκεια της εφηβείας ή στην  παιδική ηλικία με προοδευτική άνοδο σε μακρά χρονική περίοδο. Εν κατακλείδι η πρόγνωση είναι πολύ καλή για τα άτομα που υποφέρουν από τη συγκεκριμένη Διαταραχή. Τόσο η ψυχοθεραπεία που σαν στόχο της έχει την αλλαγή της οπτικής απέναντι στη ζωή, αλλά και την ανεύρεση των γενεσιουργών αιτιών του άγχους, που σε κάθε άτομο διαφέρει, όσο και η φαρμακευτική αγωγή, όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο, μπορούν να αποδώσουν συνεργικά το καλύτερο αποτέλεσμα για το θεραπευόμενο.